Newsletter subscribe

εκδόσεις

Νέα έκδοση: Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669 του Εμμανουήλ Κριαρά, Τόμος ΙΗ΄ (προβιδιάζω-ραβέντι)

ημερομηνια: 12/05/2012 στις 10:09 μμ   /   συγγραφεας   /   σχόλια (0)

Κυκλοφόρησε ο 18ος τόμος του «Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669 του Εμμανουήλ Κριαρά» (προβιδιάζω-ραβέντι). Έκδοση του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 376, ISBN 978-960-7779-53-3. Συνταγμένος, όπως και οι τρεις προηγούμενοι εξαρχής από ομάδα συνεργατών υπό τη διεύθυνση του Ι. Ν. Καζάζη, ο 18ος τόμος βαδίζει στα ίχνη του μνημειώδους έργου, το οποίο συνέλαβε ο Εμμ. Κριαράς και πρόλαβε και συνέταξε τους πρώτους 14 τόμους, 1969-1997 (α-παραθήκη).

Tο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100–1669, τιμημένο με δεκάδες επαινετικών κριτικών σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά και με μεγάλες διακρίσεις, αποτελεί εδώ και πάνω από τέσσερις δεκαετίες βασικό εργαλείο για τη μελέτη τόσο της μεσαιωνικής γραμματείας μας όσο και της νέας ελληνικής γλώσσας διεθνώς. Γιατί είναι η γέφυρα μεταξύ αρχαίων και νέων ελληνικών. Το Λεξικό ικανοποιεί πρώτα απ’ όλα τις ανάγκες των ερευνητών των βυζαντινών δημωδών κειμένων. Εξίσου όμως αποφασιστικά προωθεί και των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων τη μελέτη, καλύπτοντας έτσι μερικώς κενά του «Ιστορικού Λεξικού» της Ακαδημίας Αθηνών, που βρίσκεται στο στοιχείο Ε. Προπάντων όμως η αποδελτιωμένη και λεξικογραφημένη δημώδης βυζαντινή λογοτεχνία προσφέρει ένα ανεκτίμητο κεφάλαιο στη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής.

Στους δεκαοχτώ τόμους του έργου, τεκμηριώνονται ταυτόχρονα η γλώσσα και ο πολιτισμός. Αποκαλύπτεται πρώτα η μεσαιωνική γλώσσα στη βαθιά διαστρωμάτωσή της. Αποτελείται από λέξεις: (α) δημώδεις της περιόδου από τον 12ο έως τον 17ο αιώνα (αρκετές από τις οποίες έχουν επιβιώσει, σημασιολογικά αμετάβλητες, στη νέα ελληνική γλώσσα) (π.χ. προχθεσινός)· (β) δάνειες κυρίως από τα ιταλικά, τα παλαιότερα γαλλικά, και τα τουρκικά (π.χ. πρόζα)· (γ) βυζαντινές της εποχής (δηλαδή όσες επιβίωσαν από παλαιότερα βυζαντινά κείμενα, δημώδη ή αρχαΐζοντα) (π.χ. προκάτοχος)· (δ) ελληνιστικές, οι οποίες επιβιώνουν στα μεσαιωνικά χρόνια, με ή χωρίς αλλοιώσεις (π.χ. προοδεύω), και (ε) αρχαιοελληνικές, που επιβιώνουν, είτε αναλλοίωτες είτε νομοτελειακά αλλοιωμένες, κατά τύπον, σημασία ή χρήση, στα μεσαιωνικά χρόνια (π.χ. πωλάριον, πωλώ). –Έπειτα αναδεικνύεται όλος ο πλούτος των πολιτισμικών στοιχείων της εποχής, εφόσον καταγράφονται όροι που αναφέρονται σε αξιώματα (π.χ. προεστός) ή στη φυσιολογία (π.χ. προσμυχίς)˙ ακόμη, όροι εκκλησιαστικοί (π.χ. πρόσφορο(ν)), ιατρικοί (π.χ. προφορητικός), ναυτικοί (π.χ. πρύμνα), νομικοί (π.χ. προτέστο), οικονομικοί (π.χ. προσόδιον), στρατιωτικοί (π.χ. πρόσφυγος), και φαρμακευτικοί (π.χ. προζούλαπον).

via

 

Σχόλια (0)

σχολιάστε

Name E-mail Website Comment

σχόλια( 0 )